Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2019

Royal Bluebird


A bird’s flicker outlines my name,
the sound of waves calls it away.
A single thread, so weak, so slight,
Yet holds the weight of day and night.

My feet are cold, my toes get wet,
I’m balancing on a fragile thread.
I lift my hands up to the sky,
my mouth stays shut,but still, I cry.

Hastily,
kissed by the sea,
as I close my eyes—
wildly.

My lungs are full,
Can’t breathe anymore.
Don’t worry, dear,
Meet you at the shore.

My eyes turn blue—
the royal kind,
just like the ocean’s
unsettled mind.

My knees grow weak,
my legs feel sore.
The water is inviting me,
the charming deep blue sea. 

(softly spoken in arabic)

البحر لسا عم يهمس بأسمي، لا تبكي يا حبيبتي.
أنا معكي بكل وعد قطعناه، وبكل ضحكة طفل.
وكل ما الموجة بتحضنك، اعتبرني أنا اللي عم ضمك.

(El-baḥr lissa ʿam yihmis bʼesmi, la tbki ya ḥabībi.)
(Ana maʿak bkil waʿd 'aṭnāh, w bkil ḍiḥkit ṭifl.)
(W kil ma el-mawja btiḥḍunek, ʿtibrni ana elli ʿam ḍummak.)


The sea still whispers my name. Don’t cry, my dear.
I am with you in every promise we made, in every child’s laugh.
And each time the waves embrace you, know that it’s me holding you.



Τετάρτη 20 Μαρτίου 2019

Like the dessert , the rain.

Δεν νιώθω καμία ανάγκη να κρυφτώ πίσω από ένα χαμογελαστό πρόσωπο.
Καμία διάθεση για υποκρισία.
Δυο λέξεις τριγυρνούν στο μυαλό μου.
Μου λείπουν.
Μου λείπουν οι ατελείωτες , καυτές μέρες
που παίζαμε atari.
Μου λείπουν οι ξαφνικές μπόρες ,
που μας ανάγκαζαν να τρέχουμε
όσο πιο γρήγορα μπορούμε,
στα σοκάκια,
με μόνη μας αποστολή,
την εύρεση καταφυγίου.
Μου λείπουν οι βραδινές βόλτες με το πούλμαν.
Η απόβαση της αρμάδας στο πιο γνωστό στέκι της πόλης.
Με το πιο νόστιμο γλυκό.
Μου λείπουν οι ανοιχτοί δρόμοι με τους αλλοπρόσαλλους οδηγούς.
Η κίνηση και τα ταξί που μύριζαν μπαχάρι.
Το εστιατόριο που είχε γίνει δεύτερό μας σπίτι.
Με τα δέντρα το γρασίδι , τις πλαστικές καρέκλες και τους ναργιλέδες.
Μου λείπουν οι φωνές από την αγορά.
Οι καυγάδες των μικρών παιδιών στο στενό κάτω απ' το σπίτι.
Το μπαλκόνι με το σεντόνι σαν αυτοσχέδια τέντα - να μην μας βλέπουν οι απέναντι.
Μου λείπει ο ήχος του χτύπου στο ταβάνι μας,
που σήμαινε πρόσκληση του θείου μου για τσάι.
Μου λείπει το ξύλινο εκκρεμές ρολόι της γιαγιάς,
που 'ταν ρυθμισμένο να χτυπάει για την προσευχή,
και που μαζί της ξυπνούσαμε όλοι.
Μου λείπει η κουζίνα μας.
Εκεί που η θεία ερχόταν περιποιημένη,
και έβγαινε αλαφιασμένη μετά από ώρες,
κι ας την παρακαλούσαμε να βοηθήσουμε ,
να μαγειρέψουμε μαζί.
Μου λείπει η μυρωδιά του κρέατος με πατάτες στο φούρνο.
Ήξερε πόσο τ' αγαπούσα αυτό το πιάτο.
Μου λείπουν οι βόλτες για ψώνια και τα παζάρια της.
Μου λείπουν τα βράδια βαρεμάρας ,
που ξαπλώναμε καμιά 10αριά κουτσούβελα
και βλέπαμε το κανάλι 2.
Μου λείπει το δούλεμα που ρίχναμε στον θείο για το πώς βάζει τα γυαλιά του.
Μου λείπει το πρωινό με την ξαδέρφη μου ,
στο δωμάτιο της,
που μιλούσαμε για τα πιο τρελά μας όνειρα.
Που μου έβαζε τραγούδια να μαθαίνω.
Εκείνα τα ατελείωτα βράδια που μαζευόμασταν όλοι μαζί,
καθόμασταν σε κύκλο και η γιαγιά ξεκινούσε να μας λέει ιστορίες.
Και εμείς, μικροί-μεγάλοι την πειράζαμε ,
γιατί όλοι είχαν πεθάνει.
Η καζούρα του θείου προς όλους τους υπόλοιπους.
Μου λείπουν οι ποδοσφαιρικοί αγώνες μας.
Μου λείπει η ανεμελιά μας,
τα βράδια που γυρνούσαμε από το σπίτι της θείας,
όλα τα παιδιά μαζί,
πάνω στο καπό, στο πορτ μπαγκαζ και απ'όπου τέλος πάντων μπορούσαμε να πιαστούμε.
Μου λείπει ακόμα και η φρικιαστική εικόνα της βιτρίνας του κρεοπωλείου στην γωνία.
Τα μαγαζιά με τα ρούχα γεμάτα στρας και παγιέτα.
Τα καλώδια πάνω απ τα κεφάλια μας,
τα μίνι μπας που πήγαιναν και έρχονταν.
Η αγορά της πόλης, με τα μαγαζιά που πουλούσαν κασέτες και cd.
Τα εστιατόρια και τα παραδοσιακά καφενεία με τον παραμυθά.
Η μυρωδιά του καφέ και των μπαχαρικών.
Η φωνή του ιμάμη που καλεί για προσευχή.
Μου λείπουν τα μπαλόνια που έφερνε ο θείος.
Το τμερ χιντι που μου έφτιαχνε η γυναίκα του.
Μου λείπει η ποδοσφαιρική ομάδα που αντίκριζα
κάθε φορά που περνούσα τις πύλες του αεροδρομίου.
Ακόμα και οι καυγάδες πριν την άφιξη μας,
 για το ποιος θα έρθει να μας υποδεχτεί.
Όλο έλεγαν θα έρθουμε λίγοι,
μα κάθε φορά 40 άτομα με μινι μπας , ταξί και αυτοκίνητα
μας περίμεναν στην πύλη με δάκρυα στα μάτια.
Μου λείπουν τα χαμόγελα τους.
Η υφή του δέρματος τους.
Τα δάκρυα χαράς.
Οι αγκαλιές τους
Η αγάπη τους.
Μου λείπουν.
Και αν με ρωτάς τι θα έδινα για να γυρίσω πίσω,
έστω για να τους δω και να τους αγγίξω για 'ένα δευτερόλεπτο,
θα σου λεγα τα πάντα.
και αλήθεια λέω.
Αν μπορούσα να φέρω τούμπα αυτόν τον κόσμο θα το έκανα.
Σαν να 'μαι δεμένη μ' αλυσίδες.
Δεν μπορώ να κουνηθώ κι ας μην είμαι δέντρο.
Κι ας θέλω να πάω να τους βρω.
"Είναι επικίνδυνο!"
Δεν με νοιάζει τόσο αν πεθάνω.
Τουλάχιστον θα χω προλάβει να τους δω.